Top Definition
(verb) to hoopslam is to perform the act of anal intercourse
(noun) the act of anal intercourse.
(verb)"Man, Cindy is so hot. I'm gonna hoopslam her."

"What are you guys doing in there? Hoopslammin?"

(noun)"I still have a bad hoopslam injury"
από T-Money Sexington 12 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×