Top Definition
variant of HARD
(A "street" pronunciation of "hard". As used on the jersey shore, resulting in its use by wannabe guidos.)

Adj. \ˈhȯrd\

1. Difficult to accomplish or resolve.
2. Difficult to bear or endure.
3. Intense in force, manner or degree.
My mom give me a mad hoord time, cause I'm twenty eight and still live at home.
από awfulroflwaffle 8 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×