high or stoned

-from "hop", a nickname for heroin and/or opium, but can refer to the effects of any drug.
everyone got all hopped up at the concert and the after party.
από lucky 10 Σεπτέμβριος 2004
An adjective used to describe a car or engine which is modified to have more power.
A similar term would be souped up.
Dude: "Damn that car's fast!"
Dudley: "Yea, he really hopped up that car."
από morningwould 14 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×