verb: the act of fornication with no regard for the pleasure of the recipient. Usually accompanied by alcohol (see Jack Daniels hosing) and characterized by frenetic intensity.
I couldn't take staring at those jugs any longer. I took her back to my room and gave her a horrible hosing.
από David Savino 19 Σεπτέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×