the act of being humble while having a sense of humility.
I kept a state of humbility, while I spoke with the president.
από Ryan Maffett 21 Απρίλιος 2008
The continuous process of being humble
He showed so much humbility even after receiving the award.
από lumzeegates 19 Μάιος 2013
N. The Abilty to be humble
Evan "I think the most important virtue is humbility"
Makan: "wait... are you serious?"
Evan: "what?"
Makan: "do you mean humility"
Evan: "I'm pretty damn sure humbility is a word, bro"
από E-Hippo 3 Απρίλιος 2009
The aility to be humble.
Yo man. Fahim has big humbility yo.
από Dahliaaa Noodle 12 Μάιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×