Top Definition
noun; a person who appears to be humble, but changes for the worse shortly.
Saul and Gideon were humbleoids. They were humble at first, but became wicked in the end.
A person with short lived humility.
από BozoBologna Schmoe 11 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to humbleoid

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×