Top Definition
1. The complete and total removal of your hunger.
1. Angela thought a hungerectomy would cure her endometriosis. Boy, was she wrong...
#uterus #hysterectomy #endometriosis #snickers bar #operation
από dvdwinter9 18 Οκτώβριος 2007
(noun). A highly precise procedure involving your hunger getting punched in the face, dragged into an alley, and robbed.
Dude, you so perfected your hungerectomy on that loser.
#nougatocity #peanutopolis #hungerectomy #satisfectellent #substantialiscious
από DST 4 Νοέμβριος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×