Top Definition
To hungerfloob someone is to annoy them without regards to your own personal safety
he hungerfloobed me so I kicked his testicles out his mouth
από Nchalada 21 Ιούλιος 2004
To hungerfloob someone is to annoy without regards to your own safety
"he hungerfloobed me so I..."

"that guy is being a HUGE hungerfloob"
από Glitch & Nchalada 20 Ιούλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×