Top Definition
To be hungry and aroused at the same time.
Soph:hey do you fancy going shopping later?

Luque: well it depends if i'm still feeling Hungroused.
από Luque 20 Ιούνιος 2007
5 Words related to hungroused

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×