Top Definition
The act of impeding someone. To cause agrivation by getting in someones way.
All this mess you have left on my desk is causing me massive impesion.

από Ron Scanlan 7 Νοέμβριος 2006
6 Words related to impesion

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.