Top Definition
Not capable (of doing something); unable

Not having the necessary ability, qualification, or strength to perform some specified act or function
Sean seemed incapable of understanding how she felt.

(Say incapable of doing something)
από CCLo Ve 25 Ιανουάριος 2016

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×