Top Definition
incest- sexual intercourse between people within the same family.

suffix- icide- to get rid of. (e.g., pesticide)

a kick ass nirvana album.
incesticide is one of the best nirvana albums.
από dead is grunge 25 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×