Top Definition
incognito - One whose identity is disguised or concealed.
The condition of having a disguised or concealed identity.
No one had seen me. I was inconegro (a black person in disguise)
από namohalko 9 Ιανουάριος 2005
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×