Top Definition
To inspire or cause someone to have an unreasoning feeling of one-sided passion.
Steve was so inlaciated with the Marketing Director, that he basillized her into an asylum.
από brock.x.landers 25 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to inlaciated

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×