Top Definition
1. The act or process of swelling or the condition of being swollen.
2. A swollen organ or body part.
The intumescence beneath her bikini top was arousing.
από Xanthous Intumescence 4 Μάιος 2005
1 Word related to intumescence

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.