Top Definition
Present with but not one of the principal party members. May be substituted for "involved" and its use is only understood by cultured individuals.
I was invilved with the two cars that crashed, but was able to drive by the incident.
από RichHenry 19 Νοέμβριος 2009
5 Words related to invilved

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×