Top Definition
past tense of the verb form of irony, i.e., to irony something is to create or point out a situation that screams irony. Often, it's karma doing the ironying. For example, karma ironies you when you haven't been laid in forever, but you have to get checked by your lady doctor for nut cancer.
Karma says “I still totally ironied you, bitch”
από Wink Dinkerson 20 Απρίλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.