Top Definition
1: To annoy or aggravate a person or group of people by acting towards them in a manner typical of a jabroni.
2: To cause damage, confusion, or other negative effects upon an object or situation by acting in a manner typical of a jabroni.
1: A drunken man was jabronizing two girls at the bar.
2: He jabronized his new bicycle by attaching an ugly milk-crate to it.
από M. Topcuoglu 16 Σεπτέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.