1. a law enforcement professional, that can't help but be a total jag-off in any situation.

2. a cop, state patrol, narc, detective, and even the useless guards in a a courtroom, that get their kicks by being a jag-off.
"In front of the judge, the jag-officer smiled each time one of the people he ticketed stood up to plea their case."
από P Bullets 7 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×