Top Definition
A word describing an action that could get one put in jail.
Sexting is now a jailable offense in China.
από Tyris Flare 9 Νοέμβριος 2009
5 Words related to jailable

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×