Top Definition
a beautiful woman who usually sells herself on the streets of new york. she will perform anything a man/woman/transvestite will ask of her.
"Oh man, I bought the most banging jaqson last night!"

"Saweeet"
από anita hore 2 Μάρτιος 2007
4 Words related to jaqson

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×