Top Definition
To get drunk. To partake in drinking many "jars". Jars is a British colloquialism for a pint of beer or cider.
Did you see Leonard staggering around the pub last night? He was well jarred up!
από David Geetmuckle 23 Αύγουστος 2007
9 Words related to jarred up

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.