Top Definition
A noun used to designate someone as a total jerk.
Jerkington over there just stole my seat in the movie theater.
από Jammenhammer 3 Αύγουστος 2006
5 Words related to jerkington

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×