Top Definition
Adj.; One who professes the act of self-stimulation through different methods on a daily basis.
"Just a long shower my ass! Dave's such a jerkinhead."
από Dan J. Smith 13 Ιανουάριος 2008
5 Words related to jerkinhead

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×