to do something that a jerk would do
Stop acting jerkish, Paul!
από Neo Harlequin 17 Μάρτιος 2005
1.) being stupid, or being a jerk.

2.) in a jacking off mood.
Mann last night I was in a jerkish mood, so I whacked off to a playboy.
από 123456789:) 25 Μάρτιος 2010
Is when a person is rude but at the same time nice because of the inflection in their voice.most of the time used aginst one of the mean girls.
Yo that cheeraleader is so jerkish!
από orcas and giggles 8 Οκτώβριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×