Top Definition
The after-effects of a long wanking session that results in the forementioned wanker falling into a wank-induced coma...leading to total loss of memory of the wanking.
Her: So you just jerked it all night?

Him: I don't know, I must have jerknesia.
από Project TB 22 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to jerknesia

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×