Top Definition
1. noun. lubrication used for sexual intercourse.
1. noun. shit used as lubrication for sexual intercourse with a woman's breasts
How you like that jerrihogoil pumpin' all up in your face?
από mostbuttas 24 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×