Top Definition
A person of both Jewish and Italian decent. An extraordinarilly LARGE nose. Because fresh air is free.
Holy, Look at Lena's schnoz - she must be a Jew-wop!
από Joanne Dilbert 13 Απρίλιος 2007
10 Words related to jew-wop
A really cheap Italian.
Bruno hates to spend money. He's a Jew-wop.
από Meghan S. 17 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.