A young Jew who neglects or violates the law.

Comes from the term "juvenile delinquent," which means any young person who neglects or violates the law, though religion is not specified.
"Barry Steinberg's habits of excessive drinking and vandalism make him a jewvenile delinquent."
από Matt Garz 3 Δεκέμβριος 2007

5 Words Related to jewvenile delinquent

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×