Top Definition
noun
a Japanese term for the act of killing yourself by exploding a bomb on your body in order to kill other people or to destroy a building at the same time

1) the act of unintentionally or inadvertently demolishing your own argument in the process of defending his view in a forum or BBS
1) Hwa byung followed his splendid jibaku tonight.
από Abajian 21 Δεκέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×