Top Definition
A verb that describes the process of working irregularly on something.
"Joe is still jiddering on his car." "Yeah, and it's been seven years till he began..."
από geo 11 Φεβρουάριος 2005
5 Words related to jidder

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×