A general purpose noun to describe a single thing or a collection of things.

Can be used in conjunction with jizow to proclaim excitement or joy.
1. That was some good jiddily (referring to food).
2. I got some jiddily all over my shirt (referring to paint).
3. Jiddily jizow!
από Janbur 13 Οκτώβριος 2009

9 Words Related to jiddily

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×