Top Definition
A group of varied items sold by wholesalers or other merchants at cheaper rates.
Someone is selling joblot of spark plugs. In other words he is selling a variety of different spark plugs at a cheap price.
από Fakey Namey 20 Σεπτέμβριος 2008
5 Words related to joblot

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.