Top Definition
person who asumes they know the correct answer for every thing (also joffle as a verb)
That ''Brett'' fellow is a joffler or;
''Cody'' is trying to joffle Brett
από Josh the ''Buckin Fastard'' 19 Σεπτέμβριος 2009
7 Words related to joffler

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×