Top Definition
'Jorl, jol, jawl etc' is a South African English word, meaning 'to party'/'have a good time'.

It was popularized by South African journalist, Jani Allan in her popular 1980s columns for the Sunday Times.
"I am going on a jorl (party) - I am having a jorl (good time) ...".
από Joyson 16 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×