Top Definition
A combination of "joto" (a Spanish form of "queer"/"faggot") and "phobe".

It's pretty much a Spanglish word for homophobe.
"Elevator, you're such a jotophobe!" -- Tariff
από Tariff 5 Ιανουάριος 2009
5 Words related to jotophobe

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×