Top Definition
To screw up.
Greg tried to make dinner but he totally junked (it) up and burnt everything.

Dan junked up his elbow and shoulder learning to snowboard.

#failsmanship #screwed up #failed #loss #broke #hurt
από skryblz 25 Μάρτιος 2009
6 Words related to junked (it) up
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×