Top Definition
1. Another term for a Camel, Kmel.
2. Camel With A Large Hump and A Dint In There Chest
Often Used To Insult Someone With a Funny Shaped Head.
Harry's a twattin K-Mel With his fuckin camel head.
από TomTomSatNav 24 Ιανουάριος 2008
5 Words related to k-Mel

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.