Top Definition
gettin owned and such by a person or an object; can take place of almost any unknown verb.
Did you k-niep that test, or did it k-niep you?

Ow, that sneeze hurt. I got k-nieped.

Don't make me k-niep your ass!
από Aunt Flow 25 Σεπτέμβριος 2006
6 Words related to k-niep

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×