Top Definition
A very large amount, i.e. untold billions.
I told Greg that Jaycee had slept with a kabillion people, but he hooked up with her anyway and got chlamydia.
από roahboah 6 Οκτώβριος 2003
Millions upon millions.
That missile must have cost a kabillion dollars
από Nobuyuki 3 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.