Top Definition
A woman or large man's set of hairy nipples; similar to the jungles of the Amazon.
Scott: "We waxed Heidi's kajungles or else they would have looked like a pair of grizzly bears."

Peter: "Yea, I almost took a weed whacker to them."
από Scott Armstrong 21 Ιούλιος 2008
7 Words related to kajungles

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.