Top Definition
noun.
someone who is independent and loves to do whatever he feels like and is awesome at it!
Batman is like a kaleo! He's so awesome!
από kaleo 22 Μάρτιος 2008
1 more definition
9 Words related to kaleo
Kaleo: Baddass, ruler of all, coolest person ever.
Kaleo: "Would you like a hotdog in your bun" and "porn and lotions"
από David Bradshaw 12 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×