Top Definition
the act of stealing. used in a serious sense implying a threat .it has an desi-indian origin.
wow that guy was kheming strong today.
#stealing #embezzle #take possesion of #heist #burgularize
από psingh16 15 Ιούλιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.