Top Definition
To act romantic, flirtatious or amorous with a blood relative.
Each year at the family reunion, Mark and Mary would kinoodle, sparking talk of the possibility of twincest.
από Johnny Jam 3 Ιούνιος 2009
See "kanoodle".
από Nadja Adolf 28 Αύγουστος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.