Top Definition
A female who makes out promiscuously, but will not go any farther than kissing.
That chick made out with twenty five guys last night, and not one of them got to feel her up. She's a real kissing slut.
από dentite 7 Μάρτιος 2010
4 Words related to kissing slut

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×