Top Definition
(n.) love for life and desire to enjoy it with people

(adj.) characterized by a positive disposition and a playful attitude.
noun: Her kitchie caused her to win the Miss Congeniality award.

Adj: The sun's out today, it will definitely be a kitchie day.

Her kitchie way of thinking really shows that she knows how to have fun.
από blackboard 23 Οκτώβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.