1.Not quite a kilo, not quite a litre. Something I said in maths when the teacher accidently typed in kitre instead of litre for this weird online maths thing.

2. Coincidentally, a litre of something that also has enough density to weigh a kilo.

"Oi! Cecil! Pass a kitre of that dodgy milkshake will ya?"
από Fiona Hildred 14 Οκτώβριος 2007

5 Words Related to kitre

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×