Top Definition
1) Common mispelling of Kitsune (A Japanese Fox).

2) A type of food.
1) See kitsune
2) Kitsume, ironically, is also served mainly in Japan.
από ZaiMatarese 23 Νοέμβριος 2003
1 Word related to kitsume

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.