Top Definition
A person, often intellectual, who consistently corrects other people's mistakes in writing, speaking, et cetera; a wiseass. Also besserwisser.
"It's spelt /they're/, not /there/." - "You're such a klugscheisser."
από X-G 14 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×