Top Definition
When an individual steals sexual things from a sex shop.
"Anita's new year resolution was to be less kniky, she failed."
από AsdfghjklXX 25 Ιανουάριος 2014
8 Words related to kniky

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.